ΜΕΡΟΣ 1o

ΑΠΛΙΚΕΣ


Ο ΥΠΝΟΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ
ΕΦΗΒΗ
ΝΙΟΤΗ
ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΗ
ΘΝΗΣΙΜΟΤΗΤΑ
Ο ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΧΩΡΙΣ ΟΡΑΤΟΤΗΤΑ
ΜΑΝΙΑ

ΜΕΡΟΣ 2ο

ΕΝΤΟΛΕΣ ΔΕΚΑ


ΠΑΡΑΒΑΤΗΣ,
Ο ΕΝΤΟΛΟΔΟΧΟΣ
ΣΥΝΕΣΗ
ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΤΑ ΤΙΜΩΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Η ΑΝΤΗΛΙΑ
ΣΕΒΑΣΜΟΣ
ΟΙ ΚΟΙΝΟΙ ΘΝΗΤΟΙ
ΟΠΩΣ ΟΙ ΤΣΙΓΓΑΝΟΙ

ΜΕΡΟΣ 3ο

ΦΙΛΤΑΤΕ, ΤΑΞΙΔΕΥΤΗ


ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ
ΑΝAΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟΣ
Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
ΤΑΜΑ
ΤΟ ΓΗΡΑΣ
ΝΑΥΑΓΙΟ
ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙΑ
ΜΟΙΡΟΛΟΪ

Τρίτη, 2 Μαρτίου 2010

Ο ΥΠΝΟΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

΄Ανθρωπος.
Η βουλή του νου μας είναι
Που τρέμει, ως του θανάτου, τη σκιά της
Ο πιο... Θεός, απ’ τους Θεούς τους ίδιους, ο Άνθρωπος
Κι όμως, ανήμπορος και πια, σακάτης.
Μια βούληση, πραγματικά, τόσο αλλόκοτη χωρίς καν δεύτερη σκέψη
Δεν το ‘μαθε ποτέ να σκέφτεται, δε λύγισε στην σκέψη
Κι η ελεύθερή μας βούληση ποτέ της δε θυμάται
Μόνο ξορκίζει τους δαιμόνους της και ήσυχη κοιμάται.

Θρίαμβος.
Ο θάνατος μιας ζωής είναι
Η, η ίδια η ζωή την ώρα που αντιστέκεται στο θάνατο
Η ξέφρενη πορεία του μυαλού
Αυτού του παμπόνηρου μυαλού της ανθρωπότητας
Είναι η δίψα που ‘χουμε όλοι μας για το αύριο,
Η μιζέρια που γλιστρά ήρεμα -καΐκι θαρρώ- πάνω στο σήμερα
Εκείνη η γλυκιά νοσταλγία που ‘χουμε για το χθες
Όμως, όπως και χθες έτσι και σήμερα. Έτσι και αύριο. Και επαύριον.

Θρήνος.
Τα δάκρυα του κόσμου ολόκληρου είναι
Που βουβός πια, απλά μπορεί και κρύβεται
Πίσω από σφαλισμένα παράθυρα να βλέπουν σε κίτρινο τοίχο
Αντιφέγγιζε μέσα κι όλοι είπαν: Ήλιος, με καλά μανταλωμένες τις πόρτες
Οι όποιες φωνές εκείνων των λίγων που μιλούσαν και σώπασαν Θρήνος είναι
Τα χαλασμένα όνειρα Θρήνος κι αυτά
Όπως κι οι ξεχαρβαλωμένες ψυχές, τα γέλια που σώπασαν
Των παιδιών, των γερόντων. Των νέων.

Όλα ετούτα: Άνθρωπος, Θρίαμβος, Θρήνος είναι.

ΕΦΗΒΗ

Έφηβη η ανθρωπότητα καλπάζει τα όνειρά της.
Άλογο λες, αράπικο
Πέρα βαθιά, στα έγκατα ενός τρελού μυαλού
Μα, σαν παιδί όπου ‘πεσε,
Σηκώνεται και άξαφνα ορθώνεται μπροστά της
Τ’ ανάστημα, το είναι της, η ίδια η ύπαρξή της
Που φόραγε για να γελά τη μάσκα του καλού

Έφιππη η ανθρωπότητα γυρίζει γύρω-γύρω
Προσεχτικά και ήσυχα
Σε κύκλους που της έζεψαν, μην κι απομακρυνθεί
Γυμνές ρόγες στο στήθος της, η μόνη λευτεριά της
Και οι φωνές της στους πεζούς που λάξεψαν στον δρόμο
Κάποτε να ζαλίζεται, να σταματά, να ξαποσταίνει λίγο
Μα, πρέπει οπωσδήποτε, πάλι και κυκλικά να κινηθεί

Εύφορη η ανθρωπότητα, πλούσια σαν τα μαλλιά της
Τα ‘χει αφήσει λεύτερα
Πέφτουνε ως τη γη. Τρίβονται με τη μέντα, το δροσό
Ρετσίνια, αγριορόδικα και ξύλο μουσκεμένο
Μα, δεν κοιτάζει πάνω της, κεφάλι δε σηκώνει
Δε βλέπει, όχι δε μπορεί, καθώς να σκύβει μπρος της
Αφού τους κύκλους που έγραφε, τους έχει ξαναδεί.

Εύθραυστη η ανθρωπότητα σε λόγους και σε πράξεις
Μίσχος, κλαρί βασιλικού
Θράσεψε που απ’ τα νιάτα της, που ανέμοι δεν την πιάναν
Κι είπε πως θα ξαπόσταινε, για να ξεκουραστεί
Είναι μικρή, το σίγουρο, κιόλας για να ‘χει ανδρωθεί
Θυμάται μόνον η τρελή όπου έτρεχε παντού απ’ τη χαρά της.
Κι είτε καλό, είτε κακό, η άμοιρη, πάντοτε ήτονε εκεί

Έφηβη η ανθρωπότητα, καλπάζει στο μυαλό της
Ανασαιμιά του δράκοντα
Που ζέχνει τα ρουθούνια του στα ολόλευκά της στήθη
Θαρρεί σα να ζεσταίνεται, μια πιθαμή ξεθάρρεμα να είναι αρκετή
Ντύνεται νύφη πίσω της και θάνατος εμπρός της
Να καρτερά ξεδιάντροπα τη μοίρα της και το άθλιο ριζικό της,
Χωρίς να κάνει πιότερο, από το να γελά.

ΝΙΟΤΗ

Πάντα, θα φυσάει αντίθετος άνεμος απ’ τη ρότα σου
Με τον τρόπο αυτό, χαρακώνονται τα πρόσωπα
Το ίδιο γίνεται και με τα βλέμματα
Συναντιόνται μονάχα
προσπερνώντας το ένα το άλλο
Αυλακιές σκαμμένες στα πρόσωπα και στα βλέμματα των ανθρώπων

Πάντα οι ψυχές ανεβαίνουν σ’ έναν αψηλό ανήφορο
Έτσι, μπορούν στο λιοπύρι πανεύκολα κι ιδρώνουν
Το ίδιο γίνεται και με τα σώματα
Ψυχές και κορμιά που διψούν
αλλά απομακρύνονται πολύ μεταξύ τους
ανεβαίνοντας στην κορυφή του κόσμου. Την οροφή της Δόξας Του.

Πάντα θα καίει μία φλόγα παρανάλωμα του νου σου
Αυτό γίνεται για να υπάρχει, έστω και μία, ύστατη ελπίδα
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τα λόγια
Ακούγονται μόνο τότε
Όταν δεν είναι το πρέπον ν’ ακουστούν
Κι η μία φλόγα που καίει είναι ο λόγος του Ενός. Του μοναδικού Ανθρώπου.

Πάντα θα υπάρχει τόσος, μα τόσος καιρός εμπρός μας
Κι αυτό γίνεται για να παραμένει εκείνη νέα. Νεότατη
Ο χρόνος θα κυλάει εσαεί. Αιώνια.
Κι η ανθρωπότητα πρέπει και θα μείνει παντοτινά νέα.
Παρά τις όποιες ρυτίδες της. Παρά τον ιδρώτα του προσώπου της.
Παρά τα ανούσια και πολλές φορές τόσο κακόγουστα λόγια της.

ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΗ

Περπάτησε, λέει, μέσα σε καταπράσινους κήπους
Αγάπησε κι αγαπήθηκε σαν το πιο πολύτιμο αντικείμενο
Τιμαλφή, μάλλον, το λένε
Κι ύστερα γαλήνεψε πολύ, σαν την ήσυχη θάλασσα
Κι ύστερα δάκρυσε, σα βροχή που ‘πεφτε στα κορμιά των ανθρώπων
Κι ύστερα, φώναξε σχεδόν θυμωμένη: «Αρκετά πια»
Και σταμάτησε...

Έδωσε, λέει, το χέρι της σε κάποιον που έφευγε
Προχώρησε για λίγο μαζί του, όμως εκείνη κούτσαινε
Ανάπηρη, μάλλον, ήταν
Κι ύστερα έγιανε κι έτρεξε κοντά του όμοια φτερωτό άλογο
Κι ύστερα χάιδεψε τα μαλλιά του, σαν καλός φίλος
Κι ύστερα του μίλησε, σχεδόν άψυχα: «Συγνώμη» είπε
Και σταμάτησε.

Χόρεψε, λέει, γύρω από μια φωτιά που ‘καιγε
Σαν μια τσιγγάνα φόραγε στ’ αυτί της το λουλούδι
Γαρύφαλλο, μάλλον, ήταν
Κι ύστερα γέλασε δυνατά, σαν το μικρό παιδί
Κι ύστερα φίλησε κάποιον στο μέτωπο, σα να τον χαιρετούσε
Κι ύστερα δε μπόρεσε να μιλήσει. Δεν είπε τίποτα
Εκεί σταμάτησε.

ΘΝΗΣΙΜΟΤΗΤΑ

«Θνήσκω. Ώρα με την ώρα.
Μέρα με τη μέρα.
Χρόνο με το χρόνο».

Ζωές παρέρχονται, ζωές γιορτάζουν
Πως τα μελλούμενα θα είν’ υπέροχα, τους τάζουν
Πως τα θρυλούμενα είναι σωστά, είναι σπουδαία.
Εντάξει. Κατανοητό, πως δεν θα είναι όλα ωραία
Κι όλοι βρεμένοι, μούσκεμα ως το κόκαλο, στο φως θα βγούνε.
Από τον ήλιο τον πολύ θα ζεσταθούνε.
Κι αν βρουν χαρά κι εσύ μαζί τους.
Τη λύπη αν τύχει κι απαντήσουν, τότε απομακρύνσου.

Φωνές ακούγονται, φωνές που σβήνουν.
Κάποιοι, μάλλον, θα βρήκαν το φως και θα πανηγυρίζουν
Κάποιοι άλλοι θα τ’ άκουσαν και θα το συζητούνε
Μα, επιτέλους πια. Αν ξέρουν κάτι, ας μας το πούνε
Δεν είναι τόσο δύσκολο, να μάθει ο καθένας τι συμβαίνει
κι ας κάνει από μόνος του, ό,τι καταλαβαίνει
Κι αν βρει χαρά κι εσύ μαζί του.
Τη λύπη αν τύχει κι απαντήσει, τότε απομακρύνσου.

Ανάσες βγαίνουνε, ανάσες νιώθουν
Τι κάνουν εδώ μέσα όλοι αυτοί και τι στριμώχνουν;
Γιατί ο ένας προσπαθεί τον άλλο να πατήσει;
Μήπως πιστεύουν οι τρελοί, ότι θα σταματήσει;
Αφού το ξέρουν από την αρχή, πως ένας βγαίνει, δέκα μπαίνουν
Να ‘ναι, τάχα, ο θάνατος αυτό, που δεν καταλαβαίνουν;
Κι αν βρουν χαρά κι εσύ μαζί τους
Τη λύπη αν τύχει ν’ απαντήσουν, τότε κρύψου

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Πόσα πολύχρωμα λουλούδια έχει ο κήπος;
Πολλά απ’ αυτά νεκρώνουν κάθε τόσο. Μήπως;
Θνήσκουν, όντας απ’ το φυσικό τους γήρας
Και άλλα, αφύσικα πεθαίνουν ανά χείρας

Ο Μέγας Κηπουρός όλα θα τα ποτίζει
Την άλλη μέρα που το χώμα τους σκαλίζει
Την τρίτη απ’ τα χορτάρια θα τα σώνει
Και τη ζωή τους συνεχώς θα μεγαλώνει

Κι ένα πρωί τις άσπρες σκάλες θα κατέβει
Και τι παράξενο! Ένα λουλούδι κλέβει
Θα είμαι εγώ, εσύ ή, κάποιος άλλος;
Ποιος ξέρει; Ο κήπος του Θεού είναι πολύ μεγάλος

Άλλα λουλούδια συνεχώς και πιο θα μεγαλώνουν
Το χώμα τους είναι καλό, γι’ αυτό στεριώνουν
Και κάποια άλλα συνεχώς θ’ αρρωσταίνουν
Γι’ αυτό και πρέπει να κοπούν. Γι’ αυτό πεθαίνουν

Υπάρχουν ‘κείνα, που κανείς ποτέ δεν θα ενοχλήσει
Που θα πεθάνουν μόνα τους έτσι, μια κάποια δύση
Και τέλος, ειν’ αυτά που ο Κηπουρός επίτηδες θα κόψει
Δώρο σε φίλους και γνωστούς στα σπίτια τους να δώσει

Εκείνα, συνήθως όμως, ειν’ τα πιο ωραία
Και κόβονται έτσι απλά και όμορφα. Σχεδόν μοιραία
Δεν ξέρω τελικά, αν θα ‘μαι εγώ, εσύ ή, κάποιος άλλος
Πάντως, ο κήπος του Θεού είναι πολύ μεγάλος

ΧΩΡΙΣ ΟΡΑΤΟΤΗΤΑ

Που πάει η ανθρωπότητα χωρίς ορατότητα;
Τι, το λοιπόν, μέλλει γεννάστε;
Από που κι ως που τόση φαιδρότητα;
Μην απατάστε. Μην πλανάστε...

- Είναι τυφλή;
- Όχι, μάλλον
- Για’ δε μπορεί να δει;
- Ακούει, προπάντων

Που τρέχει η ανθρωπότητα με τόση βαρβαρότητα;
Τι, το λοιπόν, από μας επιδιώκει;
Πως φτιάνει μέσα της όλη αυτή την κακότητα;
Μας απωθεί. Μας σπρώχνει...

- Ειν’ δυνατή;
- Αχ! Θα γελάσω
- Τότε, προς τι;
- Θα σε γελάσω...

Ποια ειν’ η ανθρωπότητα, χωρίς τη δική της οντότητα;
Τι, το λοιπόν, εκείνη απ’ όλα αυτά καρπούται;
Προς τι, επιτέλους, τόση μεγάλη κινητικότητα;
Να μη γελιέστε. Το δικαιούται

- Το λες, αλήθεια;
- Ναι! Έτσι, μας πρέπει
- Μα ειν’ ηλίθια;
- Σσσσσ. Σιγά. Μας βλέπει...

ΜΑΝΙΑ

Ο άνθρωπος στέκεται πάντοτε αγέρωχος στην οροφή του σύμπαντος.
Τον κυριεύει, όμως, μια τέτοια μανία να κοιτάζει ψηλά,
Που στο τέλος το πιστεύει
Πως είναι ελάχιστος και πραγματικά τόσο
Μα, τόσο ασήμαντος

Δεν είναι ο Θεός, ούτε κι ο ήλιος, αλλά είναι Άνθρωπος
Τον ενοχλεί, όμως, τόσο πολύ,
Γιατί δεν τ’ ακουμπά όλ’ αυτά
Που μεταμορφώνεται
Και τότε γίνεται απάνθρωπος.

Ο άνθρωπος είναι ο τσιγκούνης στον πλούσιο, κατά τα άλλα, κόσμο του
Τον αγριεύει, όμως, η έννοια του να πάρει πολλά, περισσότερα,
Που δε δίνει τη θέρμη του
Αγριεύεται από την ίδια τη σκιά του
Και ζει αγκαλιά με τον φόβο του.

Δεν είναι άτρωτος. Ούτε ισάξιος. Απλά είναι ο Άνθρωπος.
Τον στενεύει, όμως, τόσο πολύ η φύση του
Γι’ αυτό ποτέ δεν τη νικά
Κι απομένει μονάχος του
Λαβωμένος, κουρασμένος κι υπάνθρωπος.

Κι ο άνθρωπος στέκεται κατεστραμμένος στην οροφή του σύμπαντος
Τον κυριεύει, όμως, η μανία, να ενοχλεί κατά συρροή τον εαυτό του
Που ήταν η καλή του συντροφιά
Στην τρελή τους πορεία
Σαν συνεπιβάτες του ίδιου οχήματος

ΠΑΡΑΒΑΤΗΣ

Καθισμένος άβολα απέναντι απ’ τη σοφή εικόνα του Θεού,
βαλμένη έξοχα κι αυτή μπροστά σου, σαν καθρέφτης.
΄Ο,τι κι αν πεις, ό,τι κι αν ζεις, ό,τι κι αν πράττεις,
σου φαίνεται, αν είναι άσκημο, πως είσαι παραβάτης.

Γυρισμένος ανάποδα και κοιτώντας πια, προς τον τοίχο,
είναι αυτονόητο, πως ανεμπόδιστα, θα κάνεις ό,τι θέλεις.
Ρίχνοντας κάποιες κλεφτές ματιές, πιο πίσω, στον καθρέφτη,
πιστεύοντας ακράδαντα και σίγουρα, πως τίποτα δεν τρέχει.

Σίγουρα; Η δική σου σοφία είναι, μάλλον, αλλοπρόσαλλη.
Η μπροστινή σου η μεριά έτσι, δε γίνεται να αντανακλάται.
Κι αυτά που λες κι αυτά που ζεις, αλλά κι αυτά που πράττεις,
δε δείχνουνε ξεκάθαρα και δεν το βεβαιούν, πως είσαι παραβάτης.

Κι αυτό σ’ εμπνέει. Σου δίνει ένα ατέλειωτο κουράγιο.
Απίστευτα δύσκολο φαντάζει προς τον καθρέφτη να γυρίσεις.
Η φινετσάτη πίσω μεριά του εαυτού σου είναι τέλεια. Ατσαλάκωτη.
Κι έτσι θα μείνει, για να το βλέπουν όλοι, πως τελικά, είναι αλάθητη.

Η μπροστινή, όμως; Γιατί δεν θέλει τον καθρέφτη ούτε να τον δει;
Τι την κρατά ανάποδα στραμμένη πάντα προς τον τοίχο;
Φαίνεται πως την ενοχλεί αβάσταχτα, ότι δεν ζύγιασε καλά όλες τις πράξεις,
όμως, ποτέ της δεν το παραδέχτηκε, πως είναι παραβάτης.

Και δεν το παραδέχτηκε, επειδή τις πλάτες έστρεψε προς τη σοφία του Θεού.
Δυσκολεύτηκε λίγο, όμως το πέτυχε. Όχι, να κάνει το σωστό,
αλλά το λάθος της να μην το βλέπει. Σαν να μην είναι λάθος.
Και δεν είναι! Πες, απλά κοιτώντας προς τον τοίχο: «Πάθος».

Ναι! Πάθος. Ανθρώπινη αδυναμία, όπως θες. Μα, όχι λάθος.
Οι πράξεις είναι ζυγιασμένες όταν γίνονται και δεν αλλάζουν.
Και κάθε μέρα που περνά όλο και κάτι λες, όλο και κάτι ζεις, όλο και κάτι πράττεις.
Ε! Το λοιπόν, δύσκολο γίνεται πολύ, μην είσαι παραβάτης.

Ο ΕΝΤΟΛΟΔΟΧΟΣ

Το μερτικό σου στη ζωή κερδίζεται σκληρά.
Κάποια φορά: καμιά φορά, το βρίσκεις ή, το χάνεις.
Ούτε το ξεύρεις που βρίσκεται.
Ούτε καν ότι υπάρχει.
Μόνο να το παλεύεις ξεύρεις.

Σαλεύεις λίγο τη ζωή σου γι΄ αλλοτινά ταξίδια.
Κάποια στιγμή: για μια στιγμή, απλά την εταράζεις.
Δε ξεύρεις αν σ’ ακολουθήσει.
Δε ξεύρεις κι αν το θέλει να ΄ρθει.
Μόνο να ονειρεύεσαι μπορείς.

Πρέπει, έστω και για ένα λεπτό, ν’ ακούσεις τη καρδιά.
Κάποια φωνή: καμιά φωνή άλλη ποτέ δε σου μιλάει.
Μα, δε θέλεις ν’ ακούσεις και τίποτα.
Μα, δε μπορείς κιόλας.
Μόνο να βλέπεις έμαθες.

Αυτό που γνώρισες, λοιπόν, μες’ τα κοινά αναγνωστικά.
Ρηχή γνώση. Καμία γνώση να σου μάθει πως υπάρχεις.
Αν και το γνωρίζεις. Έτσι έπρεπε.
Αν και δεν ήθελες.
Μόνο να κλέβεις το μπορούσες.

Μπροστά σου είν’ η εντολή. Κανόνας, μα και γράμμα.
Κάποιο λάθος; Κανένα λάθος σε τούτο το πράγμα δεν υπάρχει.
Το έλαβες απ’ όταν γεννήθηκες.
Ανδρώθηκες μαζί του.
Μόνο σε σένα δόθηκε νομίζεις;

ΣΥΝΕΣΗ

Ξαφνικά,
ξεκλειδώνεις τους κρουνούς της ψυχής σου.
Λεύτερα τα συναισθήματα ξεπηδούν
και γιομίζουν την αίγλη και τη δόξα
του μικρού κι ευαίσθητου μυαλού σου.
Εγκαθιδρύονται στην πάμπτωχη ψυχή σου.
Συγκρατήσου! Συγκρατήσου...

Αναβλύζεις
με τη δική σου δύναμη. Με χαρά και με υγεία.
Είσαι πλημμυρισμένος από ατέλειωτη ζωντάνια.
Αν τ’ άφηνες τα αισθήματα, θα πήγαιναν πολύ ψηλά.
Ίσως και να... Μα, τι κάθομαι τώρα και λέω;
Ίσως, να ξεπερνούσαν τα ουράνια.
Μεγαλείο! Μεγαλείο...

Δίχως, όμως,
τη σύνεση που πρέπει να ‘χεις, τι θα κάνεις;
Πόσο μπορείς τα όνειρά σου, σαν χίμαιρες να κυνηγάς;
Να τρέχεις γοργά και συνεχώς κι αδιάκοπα ξοπίσω τους,
χωρίς και να μπορείς, ποτέ σου να τα πιάνεις;
Η λογική είναι αλήθεια κι όχι ψέμα του ύπνου σου.
Συγκρατήσου! Συγκρατήσου...

Τούτος, είναι
ο πηγεμός προς την απεραντοσύνη της σκέψης σου.
Λιγότερη χαρά, λιγότερη λύπη, λιγότερος καημός,
λιγότερος έρωτας, λιγότερη πίκρα, λιγότερη αγάπη,
λιγότερη ευχαρίστηση, λιγότερο πάθος.
Σκόρπισε σε πολυπληθή κρυστάλλινα κομμάτια τη ψυχή σου.
Μεγαλείο! Μεγαλείο!

ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ

Κατά κόσμον, καλούνται θανάσιμα αμαρτήματα.
Της καρδιάς τα σκιρτήματα.
Τα καθημερινά, μικρά, μα σπουδαία ανδραγαθήματα.

Τ’ αποζητούνε όλοι τους τούτα τα ηδονικά δονήματα,
σαν δυνατά χειροκροτήματα.
Σαν φωτεινά, χρωματιστά, υπέρλαμπρα πυροτεχνήματα.

Τα χαρακτηρίζουν κυνικά, σαν λανθασμένα βήματα.
Τα πιο στέρεα πατήματα.
Τα ζωντανά, τα δυνατά, τα δύσκολα δημιουργήματα.

Όπως υπολείπονται από τις τέχνες τα τεχνήματα
άψυχα, χωρίς αισθήματα,
σαν θλιβερά, μονόχνοτα κι εμπρηστικά συνθήματα.

Θα τους ακούσεις πολλές φορές, να τα καλούνε στίγματα.
Του μυαλού τα ξυπνήματα.
Της τρεμάμενης φωνής των ποιητών, τ’ αδυσώπητα ερωτήματα.

Ας είναι κι έτσι. Τα λάθη ποτέ δεν είναι αδικήματα.
Ποτέ δεν είναι κρίματα,
μόνο διδάσκουν, σαν κοινά και εύχρηστα ευφυολογήματα.

Μαθαίνουν την ψυχή σαν κατασταλαγμένα θεωρήματα,
σαν φιλοσοφικά βοηθήματα.
Για να μπορείς να κάνεις, όποτε το θες, τα δικά σου αμαρτήματα.

ΤΑ ΤΙΜΩΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Μα που, επιτέλους, είναι τα τιμώμενα πρόσωπα;
Δε μπόρεσαν να ‘ρθουν;
Δεν μας καταδεχτήκαν’;
Κρίμα, γιατί εμείς δουλέψαμε, σχεδόν απρόσκοπτα
και ‘κείνα διόλου δεν φανήκαν’.

Να ήταν τάχα μόνο της εργασίας τους ο φόρτος;
Μην και δεν ήθελαν να ‘ρθουν;
Ίσως, τον δρόμο τους δεν βρήκαν.
Κι αν τελικά, μεγάλος πια, τους ήταν κόπος,
γιατί ποτέ δεν μας το είπαν;

Αφύσικα μοιάζουν όλα γύρω μας. Τόσο απρόσωπα.
Μα, δεν αναρωτήθηκαν για μας;
Ίχνος ντροπής επάνω τους δεν είχαν;
Καρτερούσαμε πως και τι τα τιμώμενα τα πρόσωπα.
Όλα, φόρος τιμής σε ‘κείνα ήταν.

Κι όμως, δεν φάνηκαν ποτέ. Ούτε μες της γιορτής τη σχόλη.
Είπαν, πως το ‘θελαν πολύ,
μα δυστυχώς, ποτέ δεν ήρθαν.
Φαντάστηκαν ότι μαζεύτηκαν πολλοί. Ίσως και να ‘ρθαν όλοι.
Τα άμοιρα! Θα τρομοκρατηθήκαν’!

Καθένας πια, αποχωρεί. Όλοι με θλιμμένα τα πρόσωπα.
Κανείς δεν είδε τίποτα.
Καμιά κουβέντα πάλι για το θέμα.
Θα χρειαστεί ξανά, τιμή μεγάλη να γίνει σ’ άλλα πρόσωπα.
Θα μαζευτούνε όλοι με κεφάλια υψωμένα!

ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Προσευχή.
Μια γυναίκα τρελή που γυρνάει διαρκώς από στόμα σε στόμα.
Κάτι έχει να πει και για κάτι πολύ προσπαθεί,
μα ποτέ της, δεν το ‘μαθε ακόμα.
Μία μοίρα κοινή.
Μια ανάσα ζεστή, μια γλυκιά προσμονή. Μια ελπίδα, ένα δράμα.
Είναι πάντα βουβή, σιωπηρή σαν μια υποταγή,
σε κελεύσματα άγνωστα, άχρωμα, μαύρα.

Προσευχή.
Μια γυναίκα γυμνή κι ο εαυτός της πολύτιμο δώρο στον άντρα.
Μικρούλη παιδί, που με το κλάμα και μόνο μπορεί,
να κερδίσει, αν θέλει, τα πάντα.
Ίδια είναι η ζωή.
Αλήθεια, της είναι φτυστή, ζητάει βοήθεια, μήπως και ζήσει.
Ας μην είναι πολύ. Όχι! Ας ειν’ κι φτηνή,
προπάντων μονάχα να επιζήσει.

Προσευχή.
Μια γυναίκα τυφλή, που δε ξέρει προς τα που, να τραβήξει.
Το θέλει κι αυτή τη ψυχή της να πει,
να φωνάξει, να κλάψει, να βρίσει.
Ρωτάει: Προς τι;
Καταριέται που είναι φτωχή, μα τίποτα απ’ αυτά δεν θ’ αλλάξει.
Και φταίει αυτή, η γυναίκα που κλαίει σαν παιδί,
που δεν ήταν ποτέ, μα ποτέ της εντάξει.

Προσευχή.
Μια γυναίκα με τόσα γιατί. Μια κουβέντα που πάει στον βρόντο.
Μια καινούργια αρχή, κεκλεισμένη κι αυτή
σ’ ένα γκρίζο, παράξενο φόντο.
Μια γυναίκα πιστή.
Το ‘θελε όμως, πολύ, να κυλιέται ελεύθερη μέσα στην αμαρτία.
Δίχως καμία ντροπή. Προστυχιά κι ενοχή της ταιριάζουν,
μα, από μέσα της βγαίνει η Κυρία.

Η ΑΝΤΗΛΙΑ

Η αντηλιά χτυπά ίσα στα μάτια,
να σε τυφλώνει να μη βλέπεις θάματα.
Το πως γεννά το φως καινούργια μονοπάτια
κι άλλα τοιαύτα... μικροπράγματα.

Σου κρύβει από μπρος σου την αλήθεια,
μία προσωρινή μικροενόχληση.
Κι αντί να πολεμάς, εσύ στέκεις ηλίθια,
ως την επόμενη θαμπή σου ενασχόληση.

Η συννεφιά σου κρύβει όλη τη θέα,
σαν καταχνιά να μη μπορείς να δεις απέναντι.
Τον εαυτό σου με θεούς και δαίμονες παρέα
και τη γαλήνη με τη τρέλα αλληλένδετη.

Σ’ αφήνει να φαντάζεσαι πως θα ‘ναι,
μα, δε σου δείχνει τώρα, το πως γίνεται.
Και ‘συ σ’ αυτούς που αιώνια κυνηγάνε,
να πιάσουν κάτι, που ποτέ δεν πιάνεται.

Ίσκιος σκεπάζει συνεχώς τα βήματά σου,
όπως τα πέπλα τα καλύπτει και αφήνεται.
Εσύ, ο στραβός, να οδηγείς τυφλά την αφεντιά σου
κι όταν λαθέψεις, τότε ‘κείνος να σου κρύβεται.

Τα μάτια σκύψε, φύσηξε τα νέφη.
Πάτα γερά αυτό το μαύρο μπρος στα πόδια σου.
Αγκάλιασε σφιχτά του ονείρου σου τη σκέψη
και καν’ το αλήθεια, μα τα χίλια χρόνια σου.

ΣΕΒΑΣΜΟΣ

Πυρακτώνεται, καμιά φορά το μυαλό.
Ζεστή η σκέψη, όπως το ψωμί που αχνίζει.
Και τότε προλαβαίνεις, να τα παραβείς όλα.
Οι ώρες μία-μία κατρακυλάνε απ’ τα χέρια σου,
σαν πέτρες που πήραν βιαστικά τον κατήφορο.
Και ‘κει, είναι που δεν προλαβαίνεις πια τίποτα.
Δεν σκέφτεσαι. Φωνάζεις, βρίζεις και ξεσπάς.
Αντιστέκεσαι, χωρίς να θέλεις στη δύναμη του σεβασμού σου.
Δεν στέκεσαι. Τρελός ποδόγυρος ό,τι κι αν κάνεις.
Άπειρα απέχεις από την ορμητική, τη δύναμη του σεβασμού σου.

Ευνουχίζεται, κάποιες φορές, ο νους σου.
Μια κι έξω κόβει η αλήθεια σαν μαχαίρι.
Είναι η στιγμή που ξεκινούν τα πάντα.
Το ψέμα ζύγωσε τόσο πολύ κοντά σου,
όπως ζυγώνουν τη φωτιά εκείνοι που κρυώνουν.
Αμέσως. Πολύ γρήγορα αρχίσανε τα πάντα.
Δεν σκέφτεσαι. Γελάς και κλαις και τραγουδάς.
Εναντιώνεσαι, χωρίς να θέλεις, στη δύναμη του σεβασμού σου.
Δε λογίζεσαι. Σου φαίνονται όλα υπέροχα και ίσως είναι.
Άπειρα απέχεις από την ορμητική, τη δύναμη του σεβασμού σου.

Παραλογίζεται, που και που, ο ίδιος ο άνθρωπος.
Συγχώρησε το λάθος του, σαν μια μπουκιά κατάπιε το.
Τότε, να το ξέρεις, πως έχουν αρχινήσει όλα.
Η τρέλα γρήγορα γλιστρά απ’ το μυαλό σου.
Σαν ίσκιος φεύγει από το λίγο σου, μα θα ξανάρθει.
Και ‘κει, που στέκεσαι το βλέπεις, πως όλα έχουν ήδη αρχινήσει.
Δεν σκέφτεσαι. Μα, ούτε κι ακούς, ούτε μιλάς.
Αντιστέκεσαι, χωρίς να θέλεις, στη δύναμη του σεβασμού σου.
Ούτ’ αγρικάς. Δεν καρτεράς τίποτα, εξόν τη μοναξιά σου.
Άπειρα απέχεις από την ορμητική, τη δύναμη του σεβασμού σου.

ΟΙ ΚΟΙΝΟΙ ΘΝΗΤΟΙ

Συστάδες κάνουν οι θνητοί: γυροβολιές σε μύλους,
τα φτιάνουν όλα στρόγγυλα, τα βρίσκουνε εμπρός τους.
Μοσχοβολούνε κάματο, βουβοί, γεμάτοι ευπρέπεια
κι όλο ζαλίζουν του θεούς για τους μεγάλους κύκλους.

Συστάδες κάμνουν κι οι θεοί στις πλάτες των ανθρώπων,
τα φτιάνουν όλα ευθύγραμμα: τους περιμένουν να ‘ρθουν,
Αναδεικνύουν αρώματα δόξας και προσδοκίας
κι όλο ζαλίζουν τους θνητούς μ’ αυτή την προσμονή τους.

Μα, οι θνητοί γυρνοβολούν στους μύλους αιωνίως.
Πως, διάβολο, θα ευθυγραμμιστούν, ούτε κι οι ίδιοι ξέρουν.
Μάλλον, γνωρίζουν πως θεοί, δε πρόκειται να γίνουν
και μουρμουράνε συνεχώς, γυρνώντας γύρω-γύρω.

Ας περιμένουν κι οι θεοί, δε χάθηκε κι ο κόσμος.
Εδώ. Κάτω απ’ τα πόδια τους, περιστροφές τους κάνει.
Δεν ειν’, λοιπόν, το λογικό μαζί με τους ανθρώπους
κι αυτοί οι ίδιοι, οι θεοί, κύκλους να έχουν κάμνει;

ΟΠΩΣ ΟΙ ΤΣΙΓΓΑΝΟΙ

Έριξαν τα δίχτυα τους στης ανάγκης τα νερά.
Φώναξαν, βλαστήμησαν,
μα, δεν βρήκαν τίποτα.
Έκοψαν τα χέρια τους στης λαχτάρας τα σκοινιά.
Ούρλιαξαν και πέθαναν.
Δεν τους βγάζει πουθενά.
Η πίκρα έχει τη ζωή τους βαλαντώσει
και δεν υπάρχει και κανείς, να τους λυτρώσει.

Έσπρωξαν τις μέρες τους σαν κουρασμένα κάρα.
Έτριξαν και έσπασαν
κι έμειναν στον τόπο.
Ενόχλησαν τις νύχτες τους, «Η Σάρα και η Μάρα».
Ήπιαν πολύ και μέθυσαν
και ξύπνησαν τον κόσμο.
Η πίκρα έχει τη ζωή τους ξεσπιτώσει
και δεν υπάρχει και κανείς, να τους λυτρώσει.

Κοίμισαν τη δόξα τους σε λασπωμένα αλώνια.
Βράχηκαν, μουσκεύτηκαν
κι όμως, δεν είπαν λέξη.
Και το πρωί που ξύπνησαν, είχανε φύγει χρόνια.
Στάθηκαν και κοιτάχτηκαν
κι είχαν κοπεί στη μέση.
Η πίκρα έχει τη ζωή τους ξεριζώσει
και δεν υπάρχει και κανείς, να τους λυτρώσει.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Το ταξίδι, δυστυχώς ή, ευτυχώς, συνεχίζεται.
Κάθε μέρα που περνάει, φιλτράρεται, διυλίζεται
Η ζωή, όμως, μένει στάσιμη, γι’ αυτό σκονίζεται
Κι αν κάνει ν’ ανοιχτεί προς τον ορίζοντα, ζαλίζεται

Δεν έχει, το λοιπόν, τούτη η ράτσα την παραμικρή ικανότητα
Να ταξιδεύει σε πελάγη ευτυχίας, χωρίς να νιώθει πικρότητα
Δεν μπορεί να πει ευθέως: «Καλησπέρα σου, ανθρωπότητα»
Αφού και γερασμένη ακόμα, ψάχνει για τη δική της ταυτότητα

Προσπερνάει μόνο τη χαρά, που αντιπαλεύεται
Τα όνειρα που κάνει κάθε βράδυ, τα εχθρεύεται
Μόνο για τα πελώρια λάθη της περηφανεύεται
Τα ζυγιάζει, σημαδεύει, τα πετάει και πορεύεται

Τούτο το σινάφι με δεμένα τα χέρια του, χωρίς δυνατότητα
Αρμενίζει μεσοπέλαγα τη ζωή του, με μεγάλη σκληρότητα
Χωρίς ποτέ να γυρίσει, να πει: «Καλησπέρα σου, ανθρωπότητα»
Ποτέ του δεν κατάλαβε, πως το κατατρέχει μεγάλη ηλιθιότητα

Αλλά, το ταξίδι προς το τέλος των πάντων συνεχίζεται
Κι αυτό το μοναδικό είδος που υπάρχει, διαιωνίζεται
Πετάει απ’ τη χαρά του και πραγματικά συγκλονίζεται
Γιατί παρότι μεγαλώνει, αργά-αργά εξαφανίζεται

Να, λοιπόν, πια είναι η μία και μοναδική του αρμοδιότητα
Να συνεχίζει τη ζωή των άλλων σε μεγάλη ποσότητα
Δίχως να μπορεί, να φωνάξει: «Καλησπέρα σου, ανθρωπότητα»
Δίχως ποτέ να μπορέσει, να νιώσει τη δική του μοναδικότητα

ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟΣ

Οικτρός ο απολογισμός!
Λάθη επί λαθών
Ανθρωπίνων σωρών
Όπως τα γράμματα, που στο χαρτί δεν βάλθηκαν σωστά
Φριχτός αναλφαβητισμός

Πολύς συλλογισμός
Η σκέψη των πολλών
Κούραση των ψυχών
Μοιάζει με κύματα πολύ ψηλά, που σπάζουν στη στεριά
Σωστός εγκλωβισμός.

Τέλειος συγχρονισμός
Σχέδια ενοχλητικών
Αν είναι δυνατόν!
Ανθρώπων που κρύβουν πάντα μέσα τους τα ίδια μυστικά
Σωστός εξευτελισμός

Ποιος είναι ο σοφός;
Το πάθος των τρελών;
Η δύναμη των λογικών;
Σαν αμαρτία δείχνει η μια κι η άλλη σαν τη μοναξιά
Σφιχτός εναγκαλισμός.

Ο κόσμος μας σκληρός
Πάντα, στο παρελθόν
Αυτά, προς το παρόν
Τα λίγα πράγματα, καμιά φορά, λένε πως είναι τα καλά.
Δύσκολος ο καιρός

Ελεήμον... ο Θεός
στη ζωή των γνωστικών.
Σαν τη βδομάδα των παθών
Τα γράμματα που του ‘γραψαν δεν βάλθηκαν σωστά
Φριχτός αναλφαβητισμός

Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Η ευλογία του κόσμου ειν’ ένα στίγμα
Όπως ο ναύτης που αγάπησε τη θάλασσα
Τα λόγια του βλαστοί, που φύτρωσαν σε ρήγμα
Και πρωταντίκρυσαν τον κίνδυνο κατάματα

Είναι μαζί κι ευχή, μα είναι και κατάρα
Σαν πηγεμός σε μιαν Ιθάκη άγνωστη
Μας γλύτωσε απ’ των κυμάτων την αντάρα
Μα, η στεριά ετούτη είναι πικρή και άνοστη

Μην μ’ ευλογήσεις, κόσμε
Μην τύχει και με δεις
Στο στόμα να με φτύσεις:
«Να μην αβασκαθείς».

Μην μ’ ευλογήσεις, κόσμε
Δε θέλω να με δεις
Στα πέρατα του κόσμου
Να τρέξεις, να κρυφτείς

Η ευλογία του κόσμου μια μελαγχολία
Όπως εκείνων που ποτέ τους δεν ταξίδεψαν
Οι λύπες του μύστες στα ιερά μαντεία
Που ό,τι έπρεπε να φανερώσουν, το ‘κρυψαν

Είναι αλήθεια, όμως είναι και ψέμα
Σαν μιαν ελπίδα που ποτέ δεν έσβησε
Μας νίκησε της διαδρομής το τέλμα
Κι έτσι ποτέ κανείς το τέρμα δεν το έζησε.

ΤΑΜΑ

Σταλαγματιές πέφτουν τριγύρω
Από τα δάκρυα των ανθρώπων
Λαμπάδες καίγονται και λιώνουν
Ως μάσκες των αντιπροσώπων

Είναι ένα θαύμα
Είναι ένα τάμα

Απ’ τα στασίδια ίσια πάνω
Ο Κύριος, ο Θεός κι Αφέντης
Βλέπει τους δούλους Του να κλέβουν
Απ’ τα τροπάρια ίδιες λέξεις

Είναι ένα τάμα
Είναι ένα θαύμα

Εδώ, θα παντρευτεί η ελπίδα
Τον πόνο μας θα τον βαπτίσουν
Μυστήριο θα είναι τ’ όνομά του
Κι όλοι τους θα ξαναμαρτήσουν

Είναι ένα τάμα
Είναι ένα θαύμα

Αχώνευτο συγγενολόι
Ανθρώπων που έστησαν καρτέρι
Που πίστεψαν θα δουν τον ήλιο
Να βγαίνει μέρα μεσημέρι

Είναι ένα θαύμα
Είναι ένα τάμα

ΤΟ ΓΗΡΑΣ

Η σκέψη σου όλη εδώ και χρόνια
Σάπια σανίδια σε μια σκάλα.
Ιδέες που έκλεψαν τα λόγια
Και δε σε θύμωσαν μια στάλα

Γερνά η ψυχή σου, μα...
Γερνά μαζί της και το σώμα
Γερνά αργά κι η λογική σου
Κι εσύ περνιέσαι νιος ακόμα
Γερνάς, το ξέρεις;

Αραχνιασμένα τα όνειρά σου
Με ιστούς που πλέξανε οι ανθρώποι.
Φύλαγαν πάντα τη σειρά σου,
μα πάντα οι άλλοι ήσαν πρώτοι.

Κερνά η ζωή σου, μα...
Κερνά μαζί της κι η αλήθεια.
Κερνά ξανά κι η λογική σου,
να πιεις μαζί από συνήθεια.
Κερνά. Δεν θέλεις;

Η πίστη σου σε συγκλονίζει,
Κουρέλι ντύνει το κορμί σου.
Θεός τριγύρω σου μυρίζει,
λίγο πριν δώσεις την ψυχή σου.

Περνά η ζωή σου, μα...
Περνά μαζί της και το τέλος.
Περνά και πάλι η λογική σου,
σου σκίζει την καρδιά σα βέλος.
Περνά. Και τέλος...

ΝΑΥΑΓΙΟ

Τη στενωπό του νου περνάμε
Να πάμε απέναντι στον ήλιο
Πίσω μας τρέχουν τα σκοτάδια
Τα πόδια τρέμουν, κάνει κρύο

Η βάρκα του Θεού είναι σάπια
Και τα κουπιά της ραγισμένα.
Μ’ αυτή μας χρεώσανε να πάμε
Στης στράτας μας τα μονοπάτια.

Μπόλικα που μας έδωσαν λάθη
Με κάποιες σκέψεις κι έναν μύθο
Νερά της μπαίνουν και μπατάρει
Ο σώζων εαυτών, σωθείτω

Δεν είμαστε καπεταναίοι
Μια βόλτα είπαμε να πάμε
Κι απ’ την αρχή της ως το τέλος
Τις ίδιες λέξεις βλαστημάμε

Μα, την μπορούμε την βαρκάδα;
Μας περισσεύει το κουράγιο;
Κι αν θα πνιγούμε προς τον ήλιο
Το ξέρει μόνο το ναυάγιο

ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙΑ

Σπάζουν ποτήρια οι άνθρωποι
Τον πόνο να ξορκίσουν
Πάνω σε δύσκολους χορούς
Ποθούν να ξεψυχήσουν
Και με τα χέρια τους ψηλά
Με το κεφάλι κάτω
Σε τούτην την γυροβολιά
Πατήσας τω θανάτω!

Φέρνουν ολόκληρες στροφές
Το νου τους να μεθύσουν
Και ακουμπάνε ως τη γη
Για να την χαιρετήσουν
Και με τη σκέψη τους θολή
Το πίνουν ως τον πάτο
Σπάζουνε το ποτήρι τους
Πατήσας τω θανάτω!

Σπάζουν ποτήρια οι άνθρωποι
Τον πόνο δε φιλεύουν
Ρουφάνε σέρτικους καπνούς
Την ώρα που χορεύουν
Χτυπάν’ τα πόδια τους στη γη
Ν’ ανοίξει από κάτω
Σε τούτην την γυροβολιά
Πατήσας τω θανάτω!

ΜΟΙΡΟΛΟΪ

Τα ρούχα τ’ άσπρα φόρεσαν τ’ αγόρια και οι άντρες
Κι έκαναν κύκλο για χορό και σήκωσαν τα χέρια
Κι όπως κοιτάξανε ψηλά και τα είδαν όλα μαύρα
Έσμιξαν τις παλάμες τους επάνω από τις φλόγες
Ξερίζωσαν τις χορταριές, ιδρώσανε τα κορμιά τους
Και χτύπησαν τα πόδια τους πολλές φορές στο χώμα
Συνέχισαν την έκκληση, μήπως και ξημερώσει
Όμως, δε βρέθηκε κανείς, ούτε να τους ακούσει
Από τους ώμους πιάστηκαν, στα γόνατά τους ΄πεσαν
Κι ολόγυρά τους γύρισαν μες’ τον τρελό χορό τους

Τα μαύρα ρούχα φόρεσαν κορίτσια και γυναίκες
Ήρθαν και κείνες σιωπηλές γύρω απ’ την φωτιά τους
Κι άμα κοιτάξανε ψηλά και τα είδαν όλα μαύρα
Έκρυψαν με τις χούφτες τους, μπροστά το μέτωπό τους
Γυμνές στα πόδια τους κι αυτές, ντυμένες του θανάτου
φύσαγαν τις ανάσες τους και άφηναν τα δάκρυα
Ήξεραν πως δε γίνεται και μπήκαν μπρος στους άντρες
Τους διέλυσαν τους κύκλους τους, τους πιασαν απ’ το χέρι
Είπαν: «πως είδαν τον Θεό», να τρέχει, να ξεφύγει
κι όλοι γυρίσαν’ πίσω τους, να δουν αν είναι αλήθεια